σε

Οι ρήτρες απαγόρευσης ανταγωνισμού μετά τη λύση της εργασιακής σχέσης

Οι ρήτρες απαγόρευσης ανταγωνισμού μετά τη λύση της εργασιακής σχέσης 7

Αυτή η υποχρέωση παύει να ισχύει μετά τη λύση της σύμβασης, με συνέπεια ο εργαζόμενος να μπορεί να δραστηριοποιηθεί σε επιχειρήσεις του ίδιου τομέα και άρα ανταγωνιστικές της επιχείρησης, όπου εργαζόταν προηγουμένως. Τούτο άλλωστε απορρέει από την επαγγελματική ελευθερία και το δικαίωμα συμμετοχής στην οικονομική ζωή της χώρας (άρθρο 5, παρ.1 Συντάγματος).

Στον κανόνα αυτόν υπάρχουν, όμως, εξαιρέσεις: οι μετασυμβατικές ρήτρες παράλειψης ανταγωνιστικών πράξεων. Η συνομολόγηση τέτοιων ρητρών παρατείνει χρονικά την απαγόρευση ανταγωνισμού πέραν από το απώτατο όριο που προβλέπει ο νόμος, τη λύση της σχέσης εργασίας. Επισημαίνεται πως, για τη συνομολόγηση ρητρών, ισχύει η ελευθερία των συμβάσεων: ο καθένας μπορεί να συμφωνεί το οτιδήποτε και να ρυθμίζει με τον τρόπο που επιθυμεί μια έννομη σχέση, όπως την εργασία. Αν, όμως, ο ένας συμβαλλόμενος έχει μεγαλύτερη διαπραγματευτική ισχύ, όπως στην περίπτωσή μας ο εργοδότης, ουσιαστικά επιβάλλει τους δικούς του όρους, ενώ το άλλο διαπραγματευτικό μέρος (ο εργαζόμενος) αναγκάζεται να συμφωνήσει.

Αν και μια συμφωνία γενικά ισχύει, μπορεί για διάφορους σπουδαίους λόγους να κριθεί ανίσχυρη και να ακυρωθεί. Ένας τέτοιος λόγος είναι η καταχρηστικότητα, η αντίθεσή της με τα χρηστά ήθη και τη συναλλακτική πρακτική. Μέχρι στιγμής δεν υπάρχει ειδική νομοθετική πρόβλεψη σχετικά με τον έλεγχο καταχρηστικότητας ή μη αυτών των συμβατικών ρητρών. Έτσι, ο έλεγχος πραγματοποιείται μέσω των άρθρων 178, 179 και 281 του Αστικού Κώδικα. Συγκεκριμένα, η νομολογία χρησιμοποιεί σαν νομικό έρεισμα για τον έλεγχο καταχρηστικότητας των εν λόγω ρητρών το άρθρο 179 ΑΚ «Άκυρη ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη είναι ιδίως η δικαιοπραξία με την οποία δεσμεύεται υπερβολικά η ελευθερία του προσώπου ή η δικαιοπραξία με την οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, την κουφότητα ή την απειρία του άλλου και πετυχαίνει έτσι να συνομολογήσει ή να πάρει για τον εαυτό του ή τρίτο, για κάποια παροχή, περιουσιακά ωφελήματα, που, κατά τις περιστάσεις, βρίσκονται σε φανερή δυσαναλογία προς την παροχή».

Καθοριστικός παράγοντας για τον έλεγχο της καταχρηστικότητας είναι αν η ρήτρα υπηρετεί πράγματι τα επαγγελματικά συμφέροντα του εργοδότη. Χρειάζεται, δηλαδή, για την εγκυρότητα της ρήτρας μια ιδιαίτερη δικαιολόγηση. Γι’αυτό, υποστηρίζεται στη θεωρία ότι για την νομιμότητα της ρήτρας πρέπει να υπάρχει μια πραγματική, άμεση, συγκεκριμένη και σοβαρή διακινδύνευση του συμφέροντος της επιχείρησης. Για παράδειγμα, είναι καταχρηστική και συνεπώς άκυρη η ρήτρα που απαγορεύει γενικά στον εργαζόμενο ανταγωνιστικές προς την επιχείρηση πράξεις. Επίσης, άλλος λόγος για τον οποίο μια τέτοια συμφωνία απαγορεύεται, είναι επειδή περιορίζει υπέρμετρα, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, το συνταγματικής κατοχύρωσης δικαίωμα στην επαγγελματική ελευθερία. Αυτονόητο είναι ότι ένας εργαζόμενος με ειδικές γνώσεις θα απασχολείται πάντοτε σε επιχειρήσεις της ίδιας εξειδίκευσης. Αν, λοιπόν, ίσχυε μια ρήτρα γενικής απαγόρευσης ανταγωνισμού, ο εργαζόμενος δε θα μπορούσε να εργαστεί ξανά στον τομέα ειδίκευσής του!

Συμπερασματικά, υπογραμμίζεται ότι για να είναι έγκυρη μια τέτοια ρήτρα, θα πρέπει να προβλέπεται α) ένα εύλογο χρονικό διάστημα ισχύος της απαγόρευσης ανταγωνισμού (όχι μεγαλύτερο από δύο έτη), το οποίο κάθε φορά κρίνεται με βάση τις διαμορφωθείσες συνθήκες στην αγορά εργασίας, τους οικονομικούς δείκτες κτλ.), β) ένα περιορισμένο γεωγραφικό πεδίο εφαρμογής της απαγόρευσης αλλά και γ) οικονομικό αντάλλαγμα – χρηματική αποζημίωση, η οποία αποτελεί το αντιστάθμισμα της υποχρέωσης παράλειψης ανταγωνιστικών πράξεων.

του Γιάννη Καρούζου, συνεργάτη δικηγόρου – εργατολόγου του Dnews

Dikaiologitika.gr

Αναφορά Δημοσίευσης

Τι νομίζεις;

Κορονοϊός Εμπιστευτικό: Ποιες είναι οι 16 «φυλές» του κορονοϊού! 21

Κορονοϊός Εμπιστευτικό: Ποιες είναι οι 16 «φυλές» του κορονοϊού!

Ξεκινάει η υποβολή εντύπου για την άδεια ειδικού σκοπού 23

Ξεκινάει η υποβολή εντύπου για την άδεια ειδικού σκοπού